Ἁγίου Πορφυρίου “Θὰ σᾶς πῶ”


Ἕνας ποὺ τὸ λέει αὐτό, δὲν ἔχει καλὴ ψυχή

Νὰ μὴν πεῖς ποτὲ «θὰ τὸν τιμωρήσει ὁ Θεός» – Γέροντα, θυμόσαστε ἐκεῖνο τὸ περιστατικὸ ποὺ μᾶς εἴπατε, ποὺ συνέβη ἐδῶ στὴ γέφυρα, στὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τῆς Χαλκίδος; – Μερικοὶ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν [ὅτι πρέπει] νὰ μὴν πεῖς ποτὲ «θὰ τὸν τιμωρήσει ὁ Θεός, ἔτσι ποὺ κάνει αὐτός»… Ποτὲ νὰ μὴν πεῖτε […]


Κι ὅταν βλέπω ἀδελφὴ νὰ φοράει τὴ στολή, λευκὴ στολή, συγκινοῦμαι

Πολλὰ πράγματα μᾶς μιλᾶνε Παντοῦ πολλὰ πράγματα μαθαίνομε καὶ πολλὰ πράγματα μᾶς μιλᾶνε: μιὰ κυρία ποὺ βαστάει τὸ παιδάκι της στὴν ἀγκαλιά. Μιὰ ἄλλη ποὺ τὴ βλέπεις καὶ τὸ βυζαίνει. Μία ἄλλη, ποὺ τὸ ἔχει στὸ χέρι. [Βλέπεις] τὸν δάσκαλο, τὴ δασκάλα, ποὺ παίρνει ὅλα τὰ παιδάκια καὶ τὰ πάει ἐκδρομή. Τὰ βλέπεις, ὅλα συγκινοῦνε. […]


Προχωρώντας στὸ παρελθὸν τὸ ἀπώτατον

Ἅγ. Π.– Βλέπω μὲ τὴ διόραση ὅμως καὶ μία λειτουργία. Καὶ ὅσοι ἤσανε κλαίγανε ὅλοι… Ἔτσι, σὰν νὰ ἤτανε μόλις τελείωνε ἡ λειτουργία, νὰ τοὺς κόβανε τὸ κεφάλι. Αὐτὸ τὸ αἴσθημα εἴχανε. Ὄχι ὅτι γινότανε αὐτό… Ἀλλὰ ἔτσι κλαίγανε στὴν λειτουργία. Βλέπω διάφορα γεγονότα, στὴν ἁγία τράπεζα… Γι’ αὐτὸ καὶ γύρισα πίσω. Ἐδόθηκα στὸ παρελθόν. […]


2 Δεκεμβρίου 1991

  Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ὁ οὐρανὸς ρόδιζε στὴν ἀνατολὴ ἀπὸ τὴν ἀνταύγεια τῆς ἡμέρας ποὺ ἐρχόταν, σύμβολο, γιὰ μερικὲς ψυχές, τῆς ἀπὸ τὸν θάνατο στὸ φῶς καὶ τὴ ζωὴ μεταβάσεως τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος. Ὁ ἀγαθὸς Θεός, ὁ τὸ θέλημα τῶν φοβουμένων Αὐτὸν ποιῶν, ἐξεπλήρωσε καὶ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου. Τὸν ἀξίωσε νὰ […]


Στὶς στενοχώριες καὶ στὶς δυσκολίες

– Στὴ στενοχώρια του καὶ στὴ δυσκολία του, ἀναγκάζεται κανεὶς νὰ καταφύγει στὸν Θεό. – Ναί. – Νὰ ἐκτείνει τὰς χεῖρας καὶ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεός του: « Ἐν θλίψεσι ἐκέκραξα πρὸς Κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου». – Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα… Πώ, πώ, πώ… – Ἤτανε πολὺ σπουδαῖα καὶ συγκινητικότατα, Γέροντα, αὐτὰ ποὺ εἴπατε. – […]


«Προχωρώντας στὸ παρελθὸν τὸ ἀπώτατον…»

Μὲ τράβηξε αὐτὴ ἡ λειτουργία. Πάντα μὲ τραβάει τὸ δυνατό. Δηλαδὴ ἅμα κοιτάξω αὐτὸ τὸ μέρος, ποὺ εἶναι ὅλα ρημάδια, ἐρείπια… καὶ κάνω ἔτσι… Θὰ κάνω ἀριστερὰ ἢ δεξιά, καὶ θὰ πάω ἐκεῖ ποὺ ἤτανε μιὰ ἐκκλησία χαλασμένη. Ὅπως κεῖ μέσα ποὺ μπήκαμε στὴ φωτιά, σὲ κεῖνο τὸ παράθυρο ’πὸ μέσα, μοῦ ἔδειχνε πὼς κάποτε […]


Εἶδα ἕνα φῶς πάνω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία

(Διήγηση 14-17.8.87) Μιὰ φορά, πᾶνε χρόνια, εἴχαμε πάει μὲ τὴν ἀδελφή μου νὰ κάνουμε μία προσευχὴ στὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ νὰ ἰδεῖτε, ρὲ παιδιὰ τώρα, γεγονὸς ἀληθινό… Τώρα μοῦ εἶπε ὁ τάδε νὰ τὸ πῶ, ἀλλὰ ξέρεις ὅτι πιέζομαι νὰ λέω τέτοια. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ ἐπαινῶ τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ δὲν ἐπαινῶ τὸν ἑαυτό μου∙ […]


“Τὸ καταφύγιό μου ἦταν νὰ ταξιδέψω πρὸς τὰ πάνω”

– Στὴ στενοχώρια του καὶ στὴ δυσκολία του, ἀναγκάζεται κανεὶς νὰ καταφύγει στὸν Θεό. – Ναί. – Νὰ ἐκτείνει τὰς χεῖρας καὶ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεός του: « Ἐν θλίψεσι ἐκέκραξα πρὸς Κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου». – Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα… Πώ, πώ, πώ… – Ἤτανε πολὺ σπουδαῖα καὶ συγκινητικότατα, Γέροντα, αὐτὰ ποὺ εἴπατε. – […]