Τὸ καναρίνι ἐπιστρέφει


«Κάποια χειμωνιάτικη Κυριακή, συνεχίζει ἡ ἀφήγηση, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, κάποιος γνωστός μου μοῦ δώρισε ἕνα καλλικέλαδο καρδερινοκανάρινο. Χάρηκα πολύ. Τὸ ἀπόγευμα θὰ ταξίδευα γιὰ Θάσο, διότι ἐκείνη τὴν χρονιὰ ὑπηρετοῦσα ἐκεῖ. Φτάνοντας στὸ σπίτι κατευθύνθηκα στὸ μπαλκόνι, γιὰ νὰ καθαρίσω τὸ κλουβί. Δὲν πρόσεξα καὶ τὸ πουλὶ ἔφυγε. Ἔψαξα γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Πάρκο μὲ δένδρα μπροστὰ ἀπὸ τὴν πολυκατοικία. Στενοχωρήθηκα. Δὲν θέλησα νὰ κουβεντιάσω μὲ τὴν σύζυγο καὶ διαπληκτίστηκα μαζί της, χωρὶς κἂν νὰ φταίει, ἀφοῦ οὔτε πρόλαβε νὰ τὸ δεῖ. Βαρύθυμος ξεκίνησα ὕστερα ἀπὸ ὧρες γιὰ τὸ ταξίδι μου. Μόλις ἔφτασα στὸ λιμάνι τῆς Κεραμωτῆς, μοῦ τηλεφώνησε ἡ σύζυγός μου ὅτι τὸ πουλὶ ἐπέστρεψε καὶ δὲν γνώριζε πῶς νὰ τὸ βάλει μέσα στὸ κλουβί. Δὲν τὴν πίστεψα καὶ ἔκλεισα τὸ τηλέφωνο. Στὴν ἐπιμονή της κατάλαβα ὅτι λέει ἀλήθεια. Εἶχε γίνει τὸ ἑξῆς: Καθὼς ἔφυγα, ἐκείνη κάθησε στὸν καναπὲ καὶ παρακαλοῦσε τὸν ἅγιο νὰ φέρει πίσω τὸ πουλάκι. Θυμόταν αὐτὰ ποὺ διάβασε γιὰ τὸ ἀηδόνι καὶ τὸν παπαγάλο του. Ἐκεῖ ποὺ καθόταν, ἄκουσε δίπλα της, στὸ τζάμι τῆς μπαλκονόπορτας ἐπίμονους χτύπους. Τράβηξε τὴν κουρτίνα καὶ εἶδε χαμηλὰ ἕνα πουλὶ μὲ μαρκάρισμα στὸ πόδι, μὲ τὸ ράμφος του νὰ χτυπᾶ καὶ νὰ τὴν κυττάζει. Μὴ γνωρίζοντας τί νὰ κάνει γιὰ νὰ μὴν τὸ φοβίσει, τρέχει ἀπὸ τὴν ἄλλη πόρτα νὰ βγεῖ στὸ μπαλκόνι. Καθὼς τὴν ἄνοιξε, τὸ πουλὶ τὴν περίμενε ἀπ’ ἔξω… καὶ κατευθείαν πέταξε καὶ πῆγε καὶ κάθησε στὸ εἰκονοστάσι, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Μοῦ τηλεφωνοῦσε συνεχῶς ζητώντας ὁδηγίες. Αὐτὸ ὅλη τὴν ὥρα ἦταν ἀκίνητο, καθισμένο μέσα στὸ θυμιατό, μπροστὰ στὸν Ἅγιο! Φοβόταν νὰ τὸ πιάσει. Μετὰ ἔβαλε δίπλα τὸ κλουβί, ἄνοιξε τὸ πορτάκι του καὶ τὸ πουλάκι μ’ ἕνα σάλτο βρέθηκε μέσα.

Πρὶν 3 χρόνια ὑπηρετοῦσα στὸ Γυμνάσιο Πέλλας. Σ’ ἕνα διάλειμμα, εἶχα ἐφημερία καὶ βλέπω τὰ παιδιὰ νὰ κυνηγοῦν στὸν πάνω ὄροφο ἕνα τραυματισμένο ἀγριοπούλι. Ἀμέσως ἀπομάκρυνα τοὺς μαθητές. Ὁ γυμναστὴς προσπάθησε νὰ τὸ πιάσει, ἀλλὰ στάθηκε ἀδύνατον. Μοῦ λέει: “ἔ, ἢ θὰ τὸ σκοτώσουν οἱ μαθητὲς ἢ θὰ τὸ φάει καμμιὰ γάτα”. Μοῦ ἦρθε ὁ Ἅγιος στὴν σκέψη. Θυμήθηκα τὴν περίπτωση μὲ τὸ δικό μου, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀητὸ ποὺ ἐξημέρωσε καὶ τὸν παρακάλεσα νὰ τὸ γλυτώσει τὸ καημένο. Βρισκόμουν μόνος μὲ τὸ πουλὶ στὰ τζάμια. Ἄρχισα νὰ τὸ πλησιάζω καὶ παράλληλα νὰ ἔχω τὸν νοῦ μου στὸν Ἅγιο. Πράγματι, χωρὶς καμμιὰ ἀπολύτως δυσκολία τὸ ἔπιασα. Σκέφτηκα νὰ πάω νὰ τὸ ἀφήσω πίσω ἀπὸ τὸ σχολεῖο, μέσα στὰ δέντρα. Κρατώντας το μέσα στὰ χέρια μου, βγῆκα στὴν αὐλή, ἀλλὰ μ’ ἀντιλήφθηκαν τὰ παιδιὰ κι’ ἄρχισαν νὰ τρέχουν ὅλα πρὸς τὸ μέρος μου. Νευρίασα, διότι φώναζαν, ζητοῦσαν νὰ τοὺς τὸ δώσω γιὰ νὰ παίξουν. Καθὼς προχωροῦσα, ἄκουσα μιὰ ἐσωτερικὴ φωνὴ νὰ μοῦ λέει ν’ ἀνοίξω τὸ χέρι μου ποὺ κρατοῦσα τὸ πουλί (τὸ εἶχα μέσα στὴν χούφτα μου). Ὑπάκουσα. Παράλληλα συνέχιζα τὸ βῆμα μου προβληματισμένος γι’ αὐτὸ ποὺ γινόταν κι’ ἔχοντας τὸν ἅγιο στὴν σκέψη μου. Διέσχισα μιὰ ἀπόσταση 100 μέτρων. Ὁ θόρυβος τῶν παιδιῶν μετατράπηκε σὲ ἀπόλυτη ἡσυχία, διότι τὸ πουλὶ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα καθόταν στὸν δείκτη τοῦ χεριοῦ μου ἀκίνητο. Πάλι “ἀκούω” φωνὴ νὰ μοῦ δίνει ἐντολὴ νὰ σταματήσω καὶ νὰ ὑψώσω τὸ χέρι μου. Ὄντως, τὸ ὕψωσα ἀργὰ καὶ σταθερά, περιμένοντας νὰ δῶ τί θὰ γίνει. Ὅλοι γύρω μου κυττοῦσαν. Περίμενα τὴν “ἐπέμβαση” τοῦ Ἁγίου. Ἤμουν σίγουρος. Στὴν σκέψη μου, αὐτὰ τὰ δευτερόλεπτα τῆς σιγῆς προσευχητικὰ ἔλεγα νὰ τὸ διώξει νὰ πετάξει. Νιώθω νὰ δίνει δύναμη στὰ πόδια του γιὰ ἐκτόξευση. Μ’ ἕνα δυνατὸ πέταγμα ἀνέβηκε ψηλὰ σ’ ἕνα κυπαρίσσι. Ἀκούστηκε ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιὰ ἕνα ἐπιφώνημα θαυμασμοῦ.

shmeiwmatario-ypotaktikou-tomos-a-1h-ekd-2016-105Βέβαια, τώρα ποὺ τὰ θυμήθηκα καὶ τὰ γράφω ὅλα αὐτά, ντρέπομαι διότι ὁ λογισμὸς μοῦ λέει “πλάνη, εἶσαι πλανεμένος!”. Ἀπ’ τὴν ἄλλη, γνωρίζω τὰ πνευματικά μου χάλια καὶ λέω ὅτι αὐτὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ γιὰ πραγματικὴ μετάνοια διὰ μέσου τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ἁγίου.».

Ἀπὸ τὸ βιβλίο μὲ τίτλο “Ἀπὸ τὸ σημειωματάριο ἑνὸς Ὑποτακτικοῦ“, τ. Α΄, 2016.

----------------------------

Πληροφορίες γιὰ τοὺς τίτλους τῶν Ἐκδόσεων τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου μπορεῖτε νὰ βρεῖτε ἐδῶ